Σήμερα το απόγευμα έπινα καφέ με μια παλιά και καλή φίλη, που της αρέσει πολύ η σύγχρονη ποίηση. Πάνω στην κουβέντα, μου ανέφερε για την βράβευση της Κικής Δημουλά σήμερα στο Στρασβούργο. Θεωρώ περιττό να αναφέρω ότι την τελευταία εβδομάδα τουλάχιστον δεν είδα ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ στις εφημερίδες. Είδα όμως σήμερα
την εξαιρετική ανάρτηση της φίλτατης Υπατίας, την οποία πήρα το θάρρος να αναδημοσιεύσω. Δεν λέω τίποτε άλλο. τα σχόλια δικά σας.
Ένα διαφορετικό Στρασβούργο
Σήμερα στο Στρασβούργο πρωταγωνιστεί πάλι η Ελλάδα. Όχι δεν διεξάγεται κανένα συμβούλιο κορυφής για τα οικονομικά της χώρας μας. Όχι δεν γίνεται καμιά διεθνής συνάντηση οικονομολόγων για την κοστολόγηση της Ακρόπολης ή κάποιων ελληνικών νησιών σε περίπτωση πώλησής των. Ας σοβαρευτούμε πια. Σήμερα στο Στρασβούργο ο πολιτισμός παραμερίζει την αγορά. Σήμερα στην πρωτεύουσα της Ευρώπης η Κική Δημουλά παραλαμβάνει το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας. Θα την παρουσιάσει στο κοινό ο Michel Volkovitch, άξιος μεταφραστής των έργων της αλλά και αρκετών άλλων σημαντικών Ελλήνων ποιητών.
Κοντοστέκομαι προσπαθώντας να διαλέξω ένα ποίημα της Κ. Δημουλά, για να συνοδεύσω την είδηση. Έτσι κι αλλιώς, δεν χρειάζεται συστάσεις στο κοινό της ποίησης. Τώρα μάλιστα που έργα της έχουν συμπεριληφθεί στην εξεταστέα ύλη του μαθήματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη θεωρητική κατεύθυνση... (Για το γεγονός αυτό, ως «διδάσκουσα», θα ζητήσω κι εγώ ταπεινά συγγνώμη από την ποιήτρια).
Έλεγα όμως για την επιλογή ή, μάλλον, για τη δυσκολία επιλογής ενός ποιήματος από το σύνολο του μέχρι τώρα έργου της. Μεγάλη η δυσκολία. Όχι μόνο γιατί δεν ξέρει τι να πρωτοδιαλέξει κανείς. Όχι μόνο γιατί η υποκειμενικότητα στοιχειοθετεί καθοριστικά τον τρόπο που προσλαμβάνουμε την ποίηση. Αλλά και γιατί η υποκειμενικότητα αυτή υποτάσσεται και στις επιταγές του χρόνου, της χρονικής στιγμής.
Τέλος πάντων. Προσπάθησα να εκλογικεύσω τη διαδικασία και να βάλω κάποια κριτήρια. Δύο είναι τα κυρίαρχα στοιχεία γοητείας στην ποίηση της Δημουλά: ο ριζοσπαστικός τρόπος, με τον οποίο μετατρέπει τη γλώσσα σε εργαλείο ανατροπής του σημασιολογικού κατεστημένου, και η αφόρμησή της από τα ασήμαντα και τετριμμένα καθημερινά αντικείμενα, που η πένα της τα αξιοποιεί ως μέσα αναμόχλευσης της μνήμης αυτού που δεν υπάρχει πια αλλά δηλώνει διαρκώς το «παρών» του στη συναισθηματική μας ζωή. Διάλεξα λοιπόν ένα ποίημα το οποίο, πέρα από την προσωπική συγκίνηση που μου προκαλεί το περιεχόμενό του, συνδυάζει στον τίτλο του τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά.Σήμερα στο Στρασβούργο πρωταγωνιστεί πάλι η Ελλάδα. Όχι δεν διεξάγεται κανένα συμβούλιο κορυφής για τα οικονομικά της χώρας μας. Όχι δεν γίνεται καμιά διεθνής συνάντηση οικονομολόγων για την κοστολόγηση της Ακρόπολης ή κάποιων ελληνικών νησιών σε περίπτωση πώλησής των. Ας σοβαρευτούμε πια.
Ωδή σε μια επιτραπέζια λάμπα
Στη μνήμη του θείου μου
Παναγιώτη Καλαμαριώτη
Παλιά επιτραπέζια λάμπα,
δουλεμένη από τεχνίτη Ανατολίτη
με φαντασία και πρόβλεψη.
Την έφερ’ ένας θειος μου δικαστής από τη Σμύρνη
και στο φως της
δεθήκανε οι νόμοι με τις πράξεις των ανθρώπων.
H πείρα της μεγάλη στα ελαφρυντικά,
στο τι βρασμός ψυχής, τι προμελέτη.
Tόσα χτυπήματα στο στήθος από ζηλοτυπία,
βεντέτες για μια μεσοτοιχία,
για μια κατσίκα που μηρύκασε ξένο χορτάρι.
Γνώρισε πάμπολλους προτέρους έντιμους βίους
κι ερωτεύτηκε ενόχους.
Καημένε θείε,
πώς τα πας μ’ αυτόν το νέο νομοθέτη
και τους νόμους του –
ύλη αδίδακτη ο θάνατος.
Της ύπαρξής σου δεν πήγες συνήγορος.
Αλλ’ είναι η ζωή
απ’ τις χαμένες υποθέσεις,
ακόμα και για τους δυνατούς νομομαθείς,
όπως ήσουν.
Κληρονομιά μου τώρα η λάμπα.
Δουλεμένη με φαντασία
και προπαντός με πρόβλεψη.
Tο φως της, για νά ’ρθει να σταθεί
σαν άλλος ένας κουρασμένος αναγνώστης
του ίδιου μ' εμένανε βιβλίου
ή σαν διαιτητής ανάμεσα στο άγραφο χαρτί,
που νικητής πάλι βγαίνει απόψε
και νικημένα όσα σκόπευα να γράψω,
πηδάει μέσ’ από πλούσια φύλλα φοινικιάς.
Κι αυτό υποκινεί βλάστηση.
Κάτω απ’ τη φοινικιά
στέκει, σκυφτός και μειλίχιος, ένας γέροντας.
Είχε και φλέβα πείρας ο τεχνίτης:
μόνο φως, μόνο φύλλα φοινικιάς,
φόβων και καιρών αντίπαλοι δεν γίνονται.
Η μοναξιά φοβάται μόνο τον άνθρωπο δίπλα σου.
Καλά λοιπόν που είναι εδώ αυτός ο γέροντας.
Ανατολίτη τον δείχνει η κελεμπία, το σαρίκι
και το μαυριδερό άσαρκο πρόσωπο.
Tο χέρι του, απλωμένο σε σένα,
δεν ξέρεις αν σε καλεί να πλησιάσεις,
αν απαιτεί, εξηγεί, οδηγεί ή προβλέπει.
Όλ’ αυτά ένας τεχνίτης μπορεί να τα χωρέσει
στην ίδια κίνηση,
όπως κι η ζωή τα χωράει όλα στο ένα της πέρασμα.
Μπορεί να είναι μουεζίνης
κι ετούτη τη στιγμή να εξηγεί στο θεό του
τι λείπει από τον έναν κόσμο.
Μπορεί να είναι επαίτης.
Ή νυχτοφύλακας
της προεκτεινόμενης πέρ’ απ’ τη λάμπα τροπικότητας.
Ίσως ρήτορας ξεπεσμένος σε είδη διακοσμητικά,
ασκητής,
οδοιπόρος που πέτυχε ίσκιο αναπάντεχο
στην προεκτεινόμενη πέρ’ απ' τη λάμπα έρημο.
Ποιος ξέρει; Κανένας περιηγητής,
που έχασε το δρόμο
αλλά και το νόημα της περιηγήσεώς του.
Και τώρα, υψώνοντας το χέρι, με ρωτάει
ποιος είν’ ο δρόμος και ποιο το νόημά του.
Eμένα ρωτάει
ποιος είν’ ο δρόμος και ποιο το νόημά του;
Νυχτοφύλακας ή επαίτης,
περιηγητής, ρήτορας,
μωαμεθανός ή άπατρις,
εμένα δεν με νοιάζει.
Εγώ,
έτσι που πέρασαν τα χρόνια,
έτσι που ήρθανε τα πράγματα,
Προφήτη τον ορίζω.
Γιατί Προφήτη τον χρειάζομαι,
έτσι που χάθηκαν τα χρόνια,
έτσι που στέκουνε τα πράγματα.
(από Tο λίγο του κόσμου, Στιγμή 1994)